Xoρεύοντας με τα χανούμια στο τρένο



Η ιστορία που θα διηγηθούμε σήμερα, είναι από τις άγνωστες στο ΠΑΟΚτσήδικο κοινό. Ούτως ή άλλως πρόκειται για προσωπικό βίωμα, από εκείνα που κάθε οπαδός του ΠΑΟΚ έχει ζήσει κατά τη διάρκεια εκδρομών για να παρακολουθήσει την ομάδα. Το φινάλε της σημερινής ιστορίας είναι η απαρχή ίσως της σημαντικότερης οπαδικής στιγμής εντός λεκανοπεδίου, απ' αυτές που γράφτηκαν με χρυσά γράμματα και πιστοποίησαν την ανεπανάληπτη τρέλα του ΠΑΟΚτσή. Όσο περίεργο κι' αν ακούγεται η σημερινή αφήγηση αναφέρεται σε δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους, αφορά διαφορετικά αθλήματα, αλλά η μία είναι συνέχεια της προηγούμενης. Ίσως σας μπέρδεψα, οπότε ας ξεκινήσουμε καλύτερα ξετυλίγοντας το κουβάρι των αναμνήσεων..


Το στόρι ξεκινά λοιπόν το μακρινό 1983, όταν με ένα πούλμαν της Θ4, κατεβαίνουμε Βόλο για να παρακολουθήσουμε τον προημιτελικό κυπέλλου στο μπάσκετ με αντίπαλο το χανούμι. Ήταν η χρονιά που σηκώσαμε το κύπελο στον αξέχαστο τελικό των ξυρισμένων κεφαλιών με προπονητή τον Φ.Ματθαίου. Για να φτάσουμε ως εκεί χρειάστηκε να αποκλείσουμε σε μονό αγώνα το βάζελο στον τάφο του Ινδού (κρατήστε καβάτζα για προσεχή ιστορία) και πιο πριν την κούλα στο Βόλο.


 Ο προημιτελικός έγινε στην πρωτεύουσα της Μαγνησίας αφού η κούλα ήταν τιμωρημένη. Εύκολο το παιγνίδι εκ προοιμίου, μια και ο ΠΑΟΚ ήταν στην αρχή του χτισίματος του, κουβαλώντας όλο τον ενθουσιασμό που συντροφεύει τέτοια ξεκινήματα. Ήταν εργάσιμη μέρα, οπότε ο κόσμος που ταξίδευσε δεν ήταν περισσότερος από 50 άτομα, συν τους οπαδούς μας από Βόλο και τριγύρω περιοχές. Την αντίπαλό μας δεν την ακολούθησε κανείς από την Αθήνα, αλλά δεν το είχε και μεγάλη ανάγκη. Το παιγνίδι διεξήχθη στο κλειστό της Νίκης Βόλου που εδρεύει στην Ιωνία Βόλου, περιοχή που γενικώς χανουμοκρατείται. Σκεφτείτε μάλιστα ότι η χωρητικότητα δεν ξεπερνούσε τα 200-250 άτομα, οπότε οι κερκίδες γέμισαν ασφυκτικά. Φανταστείτε τώρα ένα γήπεδο κοτέτσι, με κερκίδες μόνο στη μία πλευρά. 

Πέταλα δεν υπήρχαν, απέναντι γραμματεία και πίσω τοίχος. Μία είσοδος όλη κι' όλη κι' εμείς καθίσαμε ακριβώς σ' εκείνο το σημείο. Κάτι που σήμαινε ότι για να περάσεις στα ενδότερα των κερκίδων θα έπρεπε υποχρεωτικά να περάσεις μπροστά από τον ασπρόμαυρο πυρήνα που αριθμούσε περί τα 80 κομμάτια. Ιδιαίτερη διάθεση για τσαμπουκάδες δεν υπήρχε, λόγω απουσίας οργανωμένων από την άλλη πλευρά αλλά και του χαβαλέ αγώνα που όλοι περίμεναν. Οι ντόπιοι αεκτσήδες περισσότερο μας χάζευαν ως αξιοθέατο, αφού εκείνα τα χρόνια ο μύθος και η φήμη του λαού του ΠΑΟΚ ήταν στο αποκορύφωμά του. Είναι σίγουρο ότι τις επόμενες μέρες στα σχολεία και στα καφενεία του νομού, οι παρευρισκόμενοι θα καυχιόντουσαν ότι ''είδαμε ΠΑΟΚτσήδες από κοντά''. Μη σας τα πολυλογώ, πριν ξεκινήσει το παιγνίδι έπιασα κουβέντα μ' έναν δικό μας ΠΑΟΚτσή από το Βόλο όχι παραπάνω από 16 χρονών, συζητώντας πολλά και διάφορα. Αξίζει να σημειώσουμε ότι όποτε βρισκόμασταν με αδέρφια από άλλες περιοχές εκτός Θεσσαλονίκης, μας αντιμετώπιζαν με ξεχωριστή ζεστασιά και αγάπη, αφού είμασταν από την πόλη της ομάδας τους. Ακόμα και οι Αθηναίοι ΠΑΟΚτσήδες μας συμπεριφέρονταν λες και είμασταν πρωτευουσιάνοι, αφού γιά εκείνους πρωτεύουσα ήταν η πόλη του ΠΑΟΚ.

 Τες πα, μιλώντας χαλαρά με το ΠΑΟΚτσάκι από το Βόλο, παρατηρώ δύο τύπους κοντά στα 25-μαλλιάδες που μόλις είχαν μπει στο γήπεδο, να κοντοστέκονται και να τον κοιτούν στο ψιλοάγριο. Με το που αντιλήφθηκαν ότι τριγύρω ήταν ο ΠΑΟΚτσήδικος πυρήνας, την έκαναν προς το βάθος που ήταν ο αντίστοιχος κιτρινόμαυρος. Οι τύποι είχαν το χαρακτηριστικό χουλιγκανίστικο ντύσιμο εποχής, πέτσινο-αρβύλα-μέταλ μπλούζα, κι εκείνο που μου χτύπησε στο μάτι ήταν ότι αμφότεροι φορούσαν ένα σκουλαρίκι με νεκροκεφαλή στο αυτί. Ο ένας ήταν θεόχοντρος και ο άλλος αδύναμος σα στέκα μπιλιάρδου. Από τις φυσιογνωμίες που είναι αδύνατο να ξεχάσεις. Παρατηρώντας λοιπόν το άγριο βλέμμα που έριξαν στον συνομιλητή μου, τον ρώτησα αν τους γνωρίζει και αν τρέχει κάτι με αυτούς. Μου απάντησε το εξής: ''Αυτοί είναι οι μεγαλύτεροι αντιΠΑΟΚτσήδες που υπάρχουν στο Βόλο. Αν και η πλειοψηφία εδώ είναι γάβροι-χανούμια-βάζελοι και πλακώνονται μεταξύ τους, αυτοί προτιμούν να κυνηγούν ΠΑΟΚτσήδες. Εμένα έχουν έρθει μέχρι και στο σχολείο μου την ώρα του διαλείμματος και με χτύπησαν''. Και στο καπάκι μου πετάει το εξής:'' Φαντάσου ότι τις προάλλες χτύπησαν τον 12χρονο αδερφό μου, έπαιζε μπάλα με τους φίλους του φορώντας μπλούζα του ΠΑΟΚ και αφού του έσκισαν τη φανέλα τον χτύπησαν στο πρόσωπο''! Δύο μαντράχαλοι, 25 χρονών, όρμηξαν σ' ένα 12χρονο παιδάκι! Το ακούς και θολώνει το μυαλό σου. Και το κυριότερο? Δεν το ξεχνάς ποτέ των ποτών... 

 Κάπου εδώ η ιστορία τελειώνει, το ματς το κερδίζουμε περίπατο, σηκώνουμε το κύπελο, γράφω καλά στις πανελλαδικές, πάω διακοπές και μπαίνουμε στη χρονιά του τελευταίου πρωταθλήματος στο ποδόσφαιρο, την περίοδο 1984-85. ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΜΕ ΧΑΝΟΥΜΙ. Το πρώτο ματς που παίζουμε στην Αθήνα με αντίπαλο έναν από τους τρεις του ΠΟΚ, είναι αυτό με την ξαδέρφη. Όσοι ζούσαμε στα ανατολικά της πόλης είμασταν ψιλοανοργάνωτοι και όταν δεν μπορούσαμε να κλείσουμε λεωφορείο, κατεβαίναμε με τρένο.. Ξεκινήσαμε λοιπόν μια μεγάλη παρέα κοντά στα 40 άτομα, μπήκαμε στο τρενάκι και ξεκινήσαμε για ένα ταξίδι που είχε γίνει ρουτίνα για εμάς και για πολλούς ακόμα. Φτάνουμε Κατερίνη και σιγά-σιγά διαλυόμαστε. 

Άλλοι την πέφτουν για ύπνο, άλλοι κόβουν βόλτες στους διαδρόμους για να σκοτώσουν το χρόνο τους, άλλοι επιδίδονται σε... απαγορευμένες πράξεις πίσω από κλειδωμένες πόρτες τουαλετών. Καμιά 3-4 άτομά, έχουμε αράξει στο μπαρ της αμαξοστοιχίας και συζητούμε περί ΠΑΟΚ, ανέμων και υδάτων. Το τρένο φτάνει Λάρισα, κάνει στάση για να φορτώσει κόσμο και μέσα στις μαυροφορεμένες γιαγιάδες που πήγαιναν να δουν τα σόγια τους στη μεγαλούπολη φορτωμένες με σπιτικές τυρόπιτες και ντολμαδάκια, ποιους βλέπω? Ναι, ναι σωστά μαντέψατε, δύο μαλλιάδες κοντά στα 25 με πέτσινα,αρβύλες , σκουλαρίκια νεκροκεφαλές! Ο χοντρός κι ο λιγνός σε κιτρινόμαυρη χουλιγκανίστικη εκδοχή. Εννοείται ότι δε χρειάστηκε να τους τσεκάρω για να επιβεβαιωθώ-δεν τους είχα ξεχάσει καθόλου. Αρκούσε ένα κόψιμο με την άκρη του ματιού μου. Ο τρόπος μάλιστα που επιτάχυναν το βήμα τους μόλις πέρασαν από μπροστά μας, θα δημιουργούσε υποψίες για τα οπαδικά τους πιστεύω ακόμα κι' αν δεν τους είχα ξανασυναντήσει ποτέ. Οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι ως οπαδός και άνθρωπος γενικότερα, δεν είχα αυτή τη λογική. Να παρακινήσω δηλαδή φίλους μου να χτυπήσουμε κάποιους επειδή απλώς υποστήριζαν αντίπαλη ομάδα. Εκείνη τη στιγμή όμως θόλωσε το κεφάλι μου. Από το μυαλό πέρασαν σαν αστραπή τα όσα μου είχε διηγηθεί το ΠΑΟΚτσάκι από το Βόλο. Η πλάκα μάλιστα ήταν ότι ακριβώς επειδή με τα παιδιά που ταξιδεύαμε κάναμε και καλή παρέα εκτός γηπέδου, σε κάποια από τις ανταλλαγές γηπεδικών εμπειριών κατά το παρελθόν, τους είχα αναφέρει την ιστορία.. Ετσι δε χρειάστηκε να αρχίσω την αφήγηση. ''Θυμάστε που σας είχα πει για τα δύο χανούμια από το Βόλο που έδερναν ΠΑΟΚτσάκια? Αυτοί ήταν, που μόλις πέρασαν...'' 


 Λες και μας χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, πεταχτήκαμε όλοι, εγώ τελευταίος και αρχίσαμε να ανοίγουμε ένα-ένα τα κουπέ. Δε χρειάστηκε και πολύ ψάξιμο. Μόλις εντοπίστηκαν, άρχισε ο εφιάλτης τους, ίσως δεν έχω δει χειρότερο ξύλο στη ζωή μου! Εγκλωβισμένοι μέσα σε ελάχιστα τετραγωνικά να τις τρώνε από παντού, με κάθε τρόπο σε κάθε σημείο. Δε σας κρύβω ότι από ένα σημείο και μετά, άρχισα να τους λυπάμαι. Πέρα από τον πόνο εξ' αιτίας του ξυλοδαρμού, ήταν απίστευτα σοκαρισμένοι γιατί όλα γίναν εντελώς ξαφνικά. Άνοιξε η πόρτα και όρμηξαν μέσα τέσσερα άτομα κοπανώντας χωρίς έλεος και χωρίς να τους ρωτήσουν το παραμικρό. Σ' αυτές τις περιπτώσεις άλλωστε, όταν ψήνεται η μανούρα είσαι ψιλοέτοιμος. Αυτούς τους ήρθαν ουρανοκατέβατες μπουνιές και κλωτσιές, πριν καν ανάψουν το πρώτο τσιγάρο του ταξιδιού. Τα είχαν χάσει τόσο που από ένα σημείο και μετά, άρχισαν να φωνάζουν ''δεν ασχολούμαστε με το ποδόσφαιρο, γιατί μας χτυπάτε, δεν έχουμε σχέση με την αεκ''. Δεν είχαν σχέση με το ποδόσφαιρο, αλλά ήξεραν το πρόγραμμα της αγωνιστικής και κατάφεραν μέσα στο σκοτάδι να διακρίνουν τα κασκόλ που φορούσαμε....



 Απαραίτητη διευκρίνηση ότι από τους τέσσερις επισκέπτες οι δύο είμασταν ψιλονορμάλ άνθρωποι ( λέμε τώρα) και οι άλλοι δύο είχαν μόλις αποφυλακιστεί από το Γεντί που ήταν ακόμα σε λειτουργία. Αν ξεκινούσαν δηλαδή, δε σταματούσαν, ούτε χαμπάριαζαν από παρακλήσεις, ούτε υπήρχε περίπτωση να νοιώσουν οίκτο. Περιέργως όμως σταμάτησαν να ρίχνουν ξύλο μετά από κανά 5λεπτο. Οι φωνές ''λυπηθείτε μας, κάνετε λάθος δεν έχουμε σχέση με ομάδες'' έπιασαν τόπο και το έργο διέκοψε γιά διάλειμμα ολίγων λεπτών. Τότε, ένας από τους δύο αποφυλακισθέντες τους λέει ''βγάλτε τα πορτοφόλια σας''. Μη μπορώντας να κάνουν διαφορετικά τα δίνουν και βρίσκει μέσα δύο εισιτήρια για τη σκεπαστή. Το τι ακολούθησε δε μπορώ να σας το περιγράψω γιατί αποχώρησα μαζί με τον έτερο ψιλονορμάλ. Ακόμα κι' εγώ που στην ουσία προκάλεσα τ' όλο σκηνικό, πείθοντας μάλιστα τον εαυτό μου ότι έκανα το σωστό, δεν άντεχα να βλέπω τόσο ανελέητο ξύλο. Τους δύο ΠΑΟΚτσήδες που αφήσαμε στο κουπέ, τους ξαναείδαμε όταν φτάσαμε στη Λαμία. 


Μέχρι τότε έδερναν. Τους Βολιώτες δεν τους ξαναπέτυχα από τότε. Φτάσαμε στην Αθήνα τα ξημερώματα, έγινε ένα απίστευτο ντου σε 100 χανουμάκια που μας περίμεναν στο σταθμό Λαρίσης, και το μεσημέρι πηγαίνοντας στη Φιλαδέλφεια για να παρακολουθήσουμε το ματς, καταγράφηκε αν όχι η μεγαλύτερη σίγουρα μία από τις κορυφαίες στιγμές του ΠΑΟΚτσήδικου οπαδικού κινήματος. 400 αφηνιασμένοι ΠΑΟΚτσήδες, χωρίς αστυνομική συνοδεία, σκάσαμε στο γήπεδο και πήραμε ένα απίστευτο ντου, από 3000 τουλάχιστον χανούμια που μας περίμεναν. Ήταν η κορυφαία στρατηγική στιγμή του Μάκη του μανάβη, ήταν τότε που ο ίδιος ο αρχηγός σε κατάσταση έκστασης μετά το κυνήγι που τους πήραμε, άρχισε να φωνάζει ''λα-λα-λα λα-λα, δεν είμαστε καλά στα μυαλά μας'' σύνθημα που έμελλε να γίνει το σήμα κατατεθέν της ΠΑΟΚτσήδικης τρέλας! Κάποια στιγμή στο μέλλον θα εξιστορήσουμε το σκηνικό, με κάθε λεπτομέρεια... ΥΓ.Η ιστορία που μόλις διαβάσατε πέρα από οπαδικό ενδιαφέρον, έχει και παιδευτικό χαρακτήρα αφού περιλαμβάνει πακέτο κι' ένα μάθημα ζωής. Ειδικότερα στην νεοχουλιγκανίστικη εποχή που ζούμε, όπου μαγκιά θεωρείται η επίθεση 40 ατόμων σε έναν περαστικό, η επίθεση με πέτρες σε διερχόμενα πούλμαν κλπ, αντί για μάχη σώμα με σώμα που αναδεικνύει έναν στοιχειώδη σεβασμό. Η Θ4 πάντα γαλουχούσε τους ΠΑΟΚτσήδες μ' αυτές τις αρχές, γιατί ακόμα κι' αν ξεπεράσουμε το θέμα του αντρισμού, ένας από τους νόμους της ζωής λέει πως ότι κάνεις το λούζεσαι. Μπορεί ο μέσος χουλιγκάνος του σήμερα να νοιώθει ασφάλεια μέσα στο σκοτάδι ή παρέα με τους φίλους του, αλλά δεν θα' ναι πάντα έτσι. Τρανό παράδειγμα τα χανούμια της σημερινής ιστορίας που πλήρωσαν πολύ ακριβά τον ψευτοτσαμουκά τους. Ισως ακριβότερα και απ΄ όσο τους άξιζε. Και την πάτησαν μ' ένα τρόπο, που ούτε οι ίδιοι θα μπορούσαν να φανταστούν...

CONVERSATION

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχολιάστε εδώ

INSTAGRAM

Follow @ PAOK365